Search
  • vasilios ioakimidis

To πρόταγμα της συμφιλίωσης: οι κοινωνικές υπηρεσίες στην υπέρβαση της διχοτόμησης.

των Νίκου Τριμικλινιώτη και Βασίλη Ιωακειμίδη



Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιέυτηκε στην τριμηνιαία επιθεώρηση 'Θέσεις',

Τεύχος 148, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2019


1. Εισαγωγή


Οι ευρωεκλογές του 2019 καταγράφουν ένα συμβάν που θα μείνει ως ιστορική παρακαταθήκη. Για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας, εκλέγεται σε κοινό ψηφοδέλτιο, Ελληνοκυπρίων (ε/κ) και Τουρκοκυπρίων (τ/κ), ως ευρωβουλευτής, δηλαδή αιρετός εκπρόσωπος σε θεσμό που εκπροσωπεί την Κυπριακή Δημοκρατία, και μάλιστα σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες μιας φθίνουσας δυνατότητας στην προοπτική επανένωσης της χώρας, ο Τουρκοκύπριος καθηγητής Niyazi Kızılyürek.[1] Σε μια βίαια διαιρεμένη χώρα, η εκλογή του Κιζιλγιουρέκ στην Ευρωβουλή έχει χαιρετιστεί ως ένα γεγονός μεγάλης συμβολικής σημασίας.[2] Ωστόσο, το πιο σημαντικό είναι ότι δείχνει τον δρόμο για ένα πραγματικό κοινό μέτωπο πάλης ε/κ και τ/κ κι όχι μόνο μια μεμονωμένη εκλογική συνεργασία στην επίτευξη της ειρηνικής επανένωσης και συμφιλίωσης.

Ως προς το συγκεκριμένο αντικείμενο το οποίο εξετάζει αυτό το άρθρο, αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Κιζιλγιουρέκήταν ένας από τους ακαδημαϊκούς δασκάλους που συμμετείχαν στην πρώτη συνάντηση ε/κ και τ/κ κοινωνικών λειτουργών, ακτιβιστών και πανεπιστημιακών που έγινε στη νεκρή ζώνη, στο «Σπίτι της Συνεργασίας», το 2011, στα πλαίσια της παρουσίασης του βιβλίου Social Work in extremis.[3]

Η ιστορία των κοινωνικών υπηρεσιών και του επαγγέλματος της κοινωνικής εργασίας στην Κύπρο μας παρέχει μια μοναδική παρουσίαση των πολλαπλών πολιτικών-κοινωνικών μεταβάσεων της χώρας. Αν και ιστορικά το επάγγελμα του κοινωνικού λειτουργού (κοινωνική εργασία) αναπτύχθηκε από τη βρετανική αυτοκρατορία ως αποικιακό εργαλείο κοινωνικού ελέγχου, τελικά ακολούθησε την τύχη όλων των δημόσιων θεσμών: τον διαχωρισμό και τη διαίρεση σε εθνικό επίπεδο. Το παρόν κείμενο εξετάζει την πολιτική κατασκευή και την ιστορική εξέλιξη της κοινωνικής εργασίας, εστιάζοντας στην εγγενή και διαχρονική ένταση του τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών μεταξύ κοινωνικής φροντίδας και κοινωνικού ελέγχου. Κάτι τέτοιο τοποθετεί τις κοινωνικές υπηρεσίες στην καρδιά των λειτουργιών αναπαραγωγής του κεφαλαιοκρατικού κράτους στα συγκεκριμένα δεδομένα κάθε κοινωνικού σχηματισμού. Μια τέτοια διπλή αποστολή θα εξεταστεί συγκριτικά με τις έκτακτες συνθήκες που δημιουργούνται από τον πόλεμο του 1974 – τη διπλή εισβολή από τον στρατό της ελληνικής χούντας (με βοήθεια της ΕΟΚΑ Β΄) και του τουρκικού στρατού, με αποτέλεσμα τον βίαιο διαχωρισμό και τη ντε φάκτο διχοτόμηση της χώρας. Τέλος, το άρθρο αυτό θα αξιολογήσει με κριτικό πνεύμα και από ταξική οπτική τις πρόσφατες εξελίξεις που έχουν ενισχύσει την ειρηνευτική διαδικασία και θα προτείνει έναν πιο συμμετοχικό ρόλο για την κοινωνική εργασία∙ ένα ρόλο που υπερβαίνει την εθνική διαίρεση και διεκδικεί εκ νέου το «κοινωνικό» ως αναπόσπαστο τμήμα της διαιώνισης, αλλά και ως ζήτημα που δημιουργεί προοπτική για επίλυση του «εθνικού ζητήματος».





2. Μια σύντομη ιστορική αναδρομή


Η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε ανεξάρτητο κράτος το 1960 έπειτα από έναν αντιαποικιακό αγώνα. Σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1960, οι Τουρκοκύπριοι επίσημα αναγνωρίστηκαν ως η κοινότητα που δημογραφικά αντανακλά το 18% του πληθυσμού, ενώ οι μικρότερες «θρησκευτικές ομάδες», όπως αναφέρονται στο Σύνταγμα – αποτελούμενες από Αρμένιους, Λατίνους, Μαρωνίτες και «άλλους» (όπως οι Ρομά) – είναι το 3,2% του πληθυσμού. Το ίδιο σύνταγμα αναγνώρισε τους Ελληνοκυπρίους ως τη μεγαλύτερη εθνική κοινότητα του νεοσύστατου κράτους.

Η μεταποικιακή διακοινοτική διαμάχη που πήρε βίαιη μορφή το 1963-1967 ενισχύθηκε από συνεχείς παρεμβάσεις των «εγγυητριών δυνάμεων». Το καλοκαίρι του 1974, το πραξικόπημα από την ελληνική στρατιωτική χούντα και την ΕΟΚΑ Β΄[4] χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για εισβολή από τον τουρκικό στρατό και την επακόλουθη διαίρεση του νησιού (Attalides, 1979, Trimikliniotis & Bozkurt, 2012). Ως αποτέλεσμα αυτής της εισβολής η Τουρκία καταλαμβάνει το 34% της επικράτειας, ενώ 162.000 Ελληνοκύπριοι εκτοπίζονται στο νότιο τμήμα της χώρας και 80.000 Τουρκοκύπριοι παραμένουν ή μετακινούνται στα βόρεια κατεχόμενα εδάφη. Έκτοτε συστηματικές προσπάθειες επίλυσης του κυπριακού προβλήματος απέτυχαν. Μετά την απόρριψη από τους Ελληνοκυπρίους του σχεδίου ΟΗΕ για την επίλυση του προβλήματος και την παράλληλη υποστήριξή του στις 24 Απριλίου 2004 από τους Τουρκοκυπρίους, το νησί εισήλθε διαιρεμένο στην ΕΕ. Η ένταξη στην ΕΕ δεν έχει λειτουργήσει ως καταλύτης στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσης.[5]

Η Κύπρος είναι η τυπική περίπτωση όπου ο αντίκτυπος της πολιτικής βίας και των συγκρούσεων έχει διαιωνιστεί ως κυρίαρχο ζήτημα για την πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία, όπως και για την εξέλιξη και τις πρακτικές των επαγγελμάτων, και είναι εμφανής σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι ενδιαφέρον το ότι έχει μελετηθεί και συζητηθεί ελάχιστα σε πολιτικό-κοινωνικό επίπεδο ο ρόλος που διαδραματίζουν οι κοινωνικοί λειτουργοί στο πλαίσιο των συγκρούσεων και του εθνοτικού διαχωρισμού της χώρας.

Η αναφορά στην πρακτική και θεωρία των κοινωνικών λειτουργών και των κοινωνικών υπηρεσιών στο πλαίσιο μιας διαιρεμένης κοινωνίας απουσιάζει παντελώς από τις σπουδές, την κατάρτιση, τα προγράμματα και την πρακτική των κοινωνικών λειτουργών, παρά το ότι ο Κυπριακό είναι το πρόβλημα που επισκιάζει και διαπερνά όλες σχεδόν τις νομικές και θεσμικές ρυθμίσεις στη χώρας. Επιπλέον, σε επαγγελματικό επίπεδο, οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι κοινωνικοί λειτουργοί δεν έχουν επίσημες επαφές, παρά τα αξιοσημείωτα αποτελέσματα των ευρύτερων και μαζικών επαφών που προέκυψαν από το άνοιγμα των σημείων ελέγχου το 2003. Ακόμα και σήμερα, εκτός από τις ατομικές προσπάθειες μιας χούφτας πανεπιστημιακών,[6] δεν υπάρχει θεσμοθετημένο ενδοκοινοτικό πλαίσιο για τους κοινωνικούς λειτουργούς στην προοπτική συμφιλίωσης της χώρας. Κι αυτό παρά το ότι η Κύπρος αποτελεί ένα από τα γνωστότερα αντικείμενα ακαδημαϊκής μελέτης, αναφορικά με διάφορες Σχολές «επίλυσης διενέξεων».

Έχουν περάσει περισσότερα από σαράντα χρόνια από τότε που ο Γιάννης Τρισελιώτης (Triseliotis, 1977: 163), Κύπριος ακαδημαϊκός δάσκαλος στον τομέα της κοινωνικής εργασίας με λαμπρή καριέρα στη Βρετανία,[7] επισήμανε την ανάγκη «να οικοδομηθούν αλτρουιστικά συστήματα βασισμένα σε νέους διακοινοτικούς θεσμούς που θα βοηθήσουν στην προώθηση μιας κοινωνίας των σημερινών και μελλοντικών γενεών Ελλήνων και Τούρκων» στο πλαίσιο συμπεριληπτικών κοινωνικών υπηρεσιών. Οι μόνες αναφορές στη διαίρεση του νησιού που μπορεί κανείς να εντοπίσει στα εγχειρίδια και τις έρευνες για την εξέλιξη της κοινωνικής εργασίας στην Κύπρο αναφέρονται στις καταστροφικές επιπτώσεις της εισβολής του 1974. Ωστόσο, αυτό γίνεται για να παρουσιαστεί η προσαρμογή από το «σημείο μηδέν», ώστε να ταιριάζει στο γενικευμένο πλαίσιο της λογικής του αξιοσημείωτου, αλλά σήμερα μάλλον αμφιλεγόμενου κυπριακού «οικονομικού θαύματος» (Christodoulou, 1992), που ταιριάζει με το εικαζόμενο ανθεκτικό «οικονομικό ήθος» των Ελληνοκυπρίων (Mavratsas, 1992. Μαυράτσας, 1998, 2003).

Η χαρτογράφηση του σύνθετου ιστορικού, διαρθρωτικού, πολιτικο-νομικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος που έχει δημιουργήσει το συγκεκριμένο πλαίσιο της κοινωνικής εργασίας της Κύπρου απαιτεί μια ιστορική προοπτική. Εκτός από την σύντομη αλλά πρωτοποριακή μελέτη του Τρισελιώτη (1977), ο οποίος έθεσε ένα περιγραφικό, παρά θεωρητικό-αναλυτικό, πλαίσιο της εξέλιξης της κοινωνικής πολιτικής και της ευημερίας, λίγα έχουν γραφεί για την κοινωνική εργασία και της κοινωνικές υπηρεσίες στην Κύπρο.

Η Κύπρος, όπως ήδη αναφέραμε, αντιμετωπίζει μία από τις πλέον μακροχρόνιες και συνεχιζόμενες συγκρούσεις, που εκδηλώνονται ουσιαστικά ως ένας de facto διαχωρισμός. Η κοινωνική εργασία και οι κοινωνικές υπηρεσίες πρέπει να είναι σε θέση να τοποθετηθούν στα διάφορα σημεία καμπής της ταραχώδους ιστορίας της χώρας και στη συνεχιζόμενη «σύγκρουση», που μερικές φορές αναφέρεται ως «παγωμένη σύγκρουση», μια ονομασία που θεωρούμε ότι μάλλον είναι προβληματική.

Επιχειρούμε στη συνέχεια ένα σύντομο ιστορικό περίγραμμα, τοποθετώντας την Κοινωνική Εργασία στο ιστορικό πλαίσιο της εξέλιξης της εθνοτικής σύγκρουσης.

Κατά την πρώτην περίοδο της αποικιοκρατίας (1878-1925), μετά τη διάνοιξη του Σουέζ το 1864, οι Βρετανοί έπεισαν τους Οθωμανούς να παραχωρήσουν την Κύπρο στο Ηνωμένο Βασίλειο.[8] Οι Βρετανοί αποικιοκράτες ανέλαβαν από τους Οθωμανούς το 1878. Άρχισαν αμέσως ένα πρόγραμμα «εκσυγχρονισμού» από πάνω και από έξω, εισάγοντας ένα διοικητικό σύστημα που αντικατέστησε τον οθωμανικό νόμο με το αγγλικό δίκαιο. Η βρετανική αποικιακή περίοδος μέχρι την ανεξαρτησία (1878-1960) χαρακτηρίζεται από μια αντιφατική προσέγγιση, η οποία εισήχθη από τη Βρετανία και σε άλλα αποικιακά πλαίσια με αντίστοιχες πολιτικές και πρακτικές (Ινδία, Νότια Αφρική, Παλαιστίνη κ.λπ.), όπου ετίθεντο ζητήματα διαχείρισης διαφορετικών εθνοτικών κοινοτήτων. Η προσέγγιση ήταν γενικά «πολύ υποτυπώδης και αποσκοπούσε στη διάσωση της αξιοπρέπειας της διοίκησης αντί να βελτιώσει τη ζωή του πληθυσμού» (Triseliotis, 1977: 15). Η πρώτην περίοδος (1878-1925) καθιέρωσε τα διοικητικά συστήματα και τις ελάχιστες υπηρεσίες, τους Poor Laws (Νόμοι για τους Φτωχούς) και την ποινικοποίηση των «αποκλίσεων», με την εισαγωγή του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα[9] (παρόμοιου με τον Ινδικό Ποινικό Κώδικα). Αυτή η πρώιμη περίοδος προηγήθηκε της εγκαθίδρυσης του πλαισίου των σύγχρονων πολιτικών συγκρούσεων, δηλαδή της εγκαθίδρυσης των πολιτικών του σοσιαλισμού, του φιλελευθερισμού και του εθνικισμού στην Κύπρο. Ωστόσο, έριξε τους σπόρους της εθνοτικής διαίρεσης, διαμορφώνοντας με σύγχρονους/μοντερνιστικούς όρους μέσα στο διοικητικό πλαίσιο, την εκπροσώπηση των παλαιών διαιρέσεων που κληρονομήθηκαν από το οθωμανικό σύστημα των μιλλέτ, που σταδιακά μετατράπηκαν σε εθνικές/εθνοτικές κοινότητες με την άνοδο των εθνικισμών.

Η δεύτερη αποικιακή περίοδος (1925-1945) αποτέλεσε τη βάση για την καθιέρωση στοιχειωδών υπηρεσιών στον τομέα της υγιεινής, της εγκληματικότητας, της παιδικής νομοθεσίας, της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, της επιθεώρησης εργασίας, της αντιμετώπισης της φτώχειας του αγροτικού πληθυσμού και του χρέους. Μέρος αυτού ήταν η αντιμετώπιση της οικονομικής ύφεσης της δεκαετίας του 1930, που ανάγκασε την αποικιακή διοίκηση να αναλάβει δράση για να αμβλύνει τις κοινωνικές επιπτώσεις τις κρίσης. Μέχρι το 1946 η ίδρυση του Συνεργατικού (Συνεταιριστικού) Κινήματος κάλυπτε το 80% της αγροτικής κοινότητας (Triseliotis, 1977: 20).

Η τρίτη αποικιακή περίοδος μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1945-1960) είναι η σημαντικότερη, καθώς «σημάδεψε το τρίτο νομοθετικό κύμα της αναφορικά με τις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας» (Triseliotis 1977: 20). Η κυβέρνηση των Εργατικών στη Βρετανία, που εφάρμοσε την κοινωνική νομοθεσία με βάση την περιβόητη έκθεση Beveridge(1944), η εκβιομηχάνιση και η αστικοποίηση, η εμφάνιση ενός μαζικού εργατικού κινήματος στην Κύπρο (αρχικά η ΠΣΕ, και ύστερα Παγκύπρια Ομοσπονδία Εργασίας), που συσπειρώθηκε με την Αριστερά, οδήγησαν στο δεκαετές αναπτυξιακό σχέδιο (1946-1956) από την αποικιακή διοίκηση. Αντιδρώντας η τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία σε αυτό το σχέδιο, ανέπτυξε το δικό της φιλανθρωπικό πρόγραμμα κοινωνικής πρόνοιας. Αυτή είναι η επίσημη περίοδος της επαγγελματοποίησης της Κοινωνικής Εργασίας. Ταυτόχρονα είναι και η περίοδος αυξημένων συγκρούσεων, αντι-αποικιακής κινητοποίησης και βίας, καθώς και της πρώτης εθνοτικής σύγκρουσης. Ουσιαστικά, αυτή η περίοδος οδήγησε σε ένα διαιρετικό και συγκρουσιακό πλαίσιο γύρω από το εθνικό ζήτημα υπό αποικιοκρατία, καθώς ο «εκσυγχρονισμός» του συστήματος μιλλέτ παγίωσε το χάσμα και έδωσε την αφορμή, το θεσμικό και ιδεολογικό υπόβαθρο, για τη σύγκρουση των αλυτρωτικών εθνικισμών Ελλήνων και Τούρκων.

Η πρώτη μετα-αποικιακή περίοδος (1960-1963) αμέσως έπειτα από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, σηματοδοτείται ως περίοδος αναταραχής (Triseliotis 1977: 23-28) μέχρι την τουρκική εισβολή (1960-1974). Περίοδος που χαρακτηρίζεται από «πολιτικές αναταραχές και τις διακοινοτικές συγκρούσεις» (Triseliotis 1977: 23), όπου για πρώτη φορά γίνεται προσπάθεια η κυπριακή περίπτωση να συνδεθεί με τις ευρύτερες παγκόσμιες επαγγελματικές και ιδεολογικές συζητήσεις. Όμως, η θεωρητική διερεύνηση της δομικής σχέσης ανάμεσα στην πρόνοια/κοινωνική εργασία και την ιστορία της σύγκρουσης παραμένει ανεπαρκής και ελλιπής.

Παραδόξως, η περίοδος 1960-1963 ήταν η μοναδική περίοδος συνεργασίας στο νεοσυσταθέν ανεξάρτητο κράτος, καθώς παγιώθηκε θεσμικά η εθνο-κοινοτική υπηκοότητα με παράλληλη «αποκέντρωση» των ζητημάτων διοίκησης σε όλους τους τομείς της πολιτικής και διοικητικής ζωής της χώρας. Δεν υπάρχει δυστυχώς ακόμα καμία μελέτη για τις προκλήσεις που αντιμετώπισαν οι κοινωνικοί λειτουργοί, τόσο οι Ελληνοκύπριοι όσο και οι Τουρκοκύπριοι, που εργάστηκαν στις κοινωνικές υπηρεσίες κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Η περίοδος 1963-1974 είναι η περίοδος της εθνικής/εθνοτικής σύγκρουσης και διαίρεσης μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Το 1963, μετά από ελληνοκυπριακή πρόταση τροποποίησης του Συντάγματος, η τουρκοκυπριακή πολιτική ηγεσία αποσύρθηκε ή και εκδιώχθηκε από την κυβέρνηση. Έκτοτε, η διοίκηση της Δημοκρατίας περιήλθε υπό τον έλεγχο των Ελληνοκυπρίων. Οι διακοινοτικές διαμάχες ακολούθησαν μέχρι το 1967. Το 1964, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η λειτουργία της κυβέρνησης πρέπει να συνεχιστεί με βάση το «δίκαιο της έκτακτης ανάγκης» ή, ακόμη καλύτερα, το «δόγμα της έκτακτης ανάγκης».

Η περίοδος de facto διαχωρισμού 1974-2003 είναι η περίοδος αντιμετώπισης των καταστροφών του πολέμου, η de facto κατάτμηση της χώρας και η ίδρυση δύο ξεχωριστών καθεστώτων κοινωνικής εργασίας πίσω από συρματοπλέγματα.

Η περίοδος της προοπτικής επαφών αλλά όχι ειρήνης και συμφιλίωσης είναι αυτή που ζούμε σήμερα (2003-). Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003 επέτρεψε την ανάπτυξη εκατοντάδων δικοινοτικών πρωτοβουλιών και ακτιβισμού στην ενδιάμεση ζώνη. Παρά την απογοήτευση για την αποτυχία εξεύρεσης λύσης στο δημοψήφισμα του 2004, όπου οι Ελληνοκύπριοι καταψήφισαν και οι Τουρκοκύπριοι υπερψήφισαν το σχέδιο του ΟΗΕ για επανένωση της χώρας, είναι μια περίοδος ελπίδας που εστιάζει στην παραδοχή πως η συμφιλίωση είναι εφικτή καθώς βιώνεται ως τέτοια από χιλιάδες ανθρώπους (Sitas, 2008∙ Sitas et al., 2007∙ Sitas & Latif, 2012).


3. Η κοινωνική εργασία, η αποικιοκρατία και οι εθνοτικές συγκρούσεις στην Κύπρο


Η κοινωνική εργασία στην Κύπρο, όπως και στα περισσότερα αποικιακά περιβάλλοντα, δεν υπήρξε ποτέ ένας ιδιαίτερα δημοφιλής θεσμός. Αντίθετα, στο κυπριακό αποικιακό πλαίσιο όπως περιγράφεται παραπάνω, η κοινωνική εργασία αναδύθηκε ως προϊόν της αντιφατικής ισορροπίας ανάμεσα στην «κοινωνική φροντίδα» και τον «κοινωνικό έλεγχο». Οι θεωρίες, οι πολιτικές και οι πρακτικές των κοινωνικών υπηρεσιών μεταφέρθηκαν με κατάφωρο τρόπο από το βρετανικό πλαίσιο στην Κύπρο ως εργαλείο συγκράτησης της δυσαρέσκειας των εργατικών τάξεων και πιο συγκεκριμένα για την αντιμετώπιση της «αντικοινωνικής» συμπεριφοράς των φτωχότερων στρωμάτων του πληθυσμού. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη αναφορά στην κοινωνική εργασία του νησιού εντοπίζεται στις αποικιακές εκθέσεις και διατάγματα που ασχολούνται με το ζήτημα της εγκληματικότητας ανηλίκων σε ορισμένες από τις πιο φτωχές περιοχές της νησιώτικης χώρας.

Το 1946, οι βρετανικές αρχές έδωσαν προτεραιότητα στη δημιουργία ενός συστήματος δικαστικής επιτήρησης, διαποτισμένου από τη βικτοριανή ηθική και την αποικιοκρατική καταπίεση. Η παιδική εργασία και η εκτεταμένη φτώχεια επηρέασαν το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού του νησιού. Παρά το αυστηρό θρησκευτικό ήθος που διακατείχε και τις δύο κοινότητες, όλο και περισσότεροι νέοι, απολύτως αποξενωμένοι από τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης και την έλλειψη προοπτικών, βρήκαν διέξοδο σε πράξεις απείθειας κατά της αποικιοκρατικής εξουσίας. Η μη συμμόρφωση πολλών νέων ανθρώπων έγινε ιδιαίτερα επικίνδυνη για τις αρχές, ειδικά στο πλαίσιο της αντι-αποικιοκρατικής στρατηγικής. Ο πολιτικός ακτιβισμός επισημάνθηκε ρητά στην πρώτη έκθεση αξιολόγησης της ανάγκης για ένα «αποτελεσματικό» σωφρονιστικό σύστημα στην Κύπρο. Η «τρομοκρατία» θεωρήθηκε απειλή για το σύστημα δικαστικής επιτήρησης και για το κράτος δικαίου γενικά. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι «το σύστημα δικαστικής επιτήρησης επρόκειτο να τεθεί σε εφαρμογή όταν δέχθηκε ξαφνικά ένα βαρύ πλήγμα υπό τη μορφή του ξεσπάσματος της τρομοκρατίας. Φυσικά, τα δικαστήρια ήταν απρόθυμα να ασχοληθούν με τους νεαρούς πολιτικούς παραβάτες μέσω του συστήματος δικαστικής επιτήρησης» (Director of Social Development, 1946: 23).

Στην ίδια έκθεση, ο διευθυντής της Κοινωνικής Ανάπτυξης, επανεξέτασε πολλές υποθέσεις σε μια προσπάθεια να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα αυτού του θεσμικού οργάνου. Η μεθοδολογία, τα συμπεράσματα και η γλώσσα που χρησιμοποιείται στο έγγραφο είναι μάλλον ενδεικτική για το είδος του επιδιωκόμενου κοινωνικού ελέγχου που χαρακτηρίζει την ανάλυση της αποικιακής διοίκησης. «Κακόφημες οικογένειες», «νεαρά κορίτσια με πολλαπλές σχέσεις», «χαμηλή νοημοσύνη και υστέρηση, που διατρέχει γενιές της ίδιας οικογένειας», «μέθη», «ανυπακοή στο χώρο εργασίας», «άτυχοι απόγονοι ανήθικων μητέρων» είναι μερικές από τις παραβατικές (δηλαδή μη πολιτικές) περιπτώσεις που απασχόλησαν τους αξιωματούχους του συστήματος δικαστικής επιτήρησης. Στην πραγματικότητα, η αποικιοκρατική ηθική και η δαιμονοποίηση των φτωχών, που κυριαρχούσαν στην Κύπρο, σε μεγάλο βαθμό αντανακλά την ιδεολογική κατασκευή του επαγγέλματος του κοινωνικού λειτουργού στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο και μεταφέρθηκε στην Κύπρο ως αποικιακό εργαλείο.

Στο κυπριακό αποικιακό σύστημα, οι αξιωματούχοι του σωφρονιστικού συστήματος περιγράφονταν συνήθως από τις αρχές ως «κοινωνικοί λειτουργοί γενικού σκοπού» ή «γενικοί λειτουργοί σε ζητήματα πρόνοιας». Αυτή η ορολογία είναι επίσης ενδεικτική του αόριστου και μάλλον ευρέος ρόλου των κοινωνικών λειτουργών. Οι πρώιμοι κοινωνικοί λειτουργοί έπρεπε να ασχοληθούν με δραστηριότητες πολύ πέρα ​​από τις υπηρεσίες δικαστικής επιτήρησης. Συχνά, αυτές οι δραστηριότητες περιλάμβαναν συμβουλές σχετικά με τη «δημόσια συνδρομή» (μέσω φιλανθρωπικής χρηματοδότησης) και την ηθική καθοδήγηση σχετικά με τη «λειτουργία της οικογένειας». Η πρώτη ομάδα κοινωνικών λειτουργών περιλάμβανε μόνο πέντε ανώτερους επαγγελματίες, οι οποίοι επικουρούνταν από μεγαλύτερο αριθμό ανειδίκευτων βοηθών. Είναι ενδιαφέρον ότι αυτοί οι ανώτεροι επαγγελματίες ανήκαν παλιότερα στην αστυνομία ή την εκπαίδευση και εκπαιδεύτηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι επίσης σημαντικό να αναφέρουμε ότι η πρώτη γενιά κοινωνικών λειτουργών ήταν μικτή εθνοτικά (οι ανώτεροι επαγγελματίες προσλήφθηκαν και από τις δύο μεγάλες κοινότητες), συνδέονταν με τις πιο προνομιούχες κοινωνικές τάξεις και οι περισσότεροι από αυτούς είχαν προϋπηρεσία σε υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Είναι πολύ πιθανό η αφοσίωσή τους στις βρετανικές αρχές να τους καθιστούσε στην καλύτερη περίπτωση μη δημοφιλείς στα μάτια των ντόπιων και στη χειρότερη εργαλεία των μηχανισμών καταπίεσης. Ως αποτέλεσμα, στα πρώτα χρόνια του επαγγέλματος ήταν αδύνατο για αυτούς τους επαγγελματίες να κάνουν κατ’ οίκον συνεντεύξεις και επισκέψεις σε σπίτια. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η κοινωνική εργασία ως δραστηριότητα αντανακλούσε κυρίως τις ταξικές διαιρέσεις και όχι απαραίτητα τις εθνικές εντάσεις στο νησί.

Η έγκριση των νόμων περί παιδικής μέριμνας και υιοθεσίας στη δεκαετία του 1950, μαζί με την εισαγωγή της κοινωνικής ασφάλισης το 1956 και την ενίσχυση των δημόσιων επιδομάτων για τους «απόρους», προσέφερε μια εντελώς νέα διάσταση στην κοινωνική εργασία. Το επάγγελμα τελικά εκσυγχρονίστηκε και επανατοποθετήθηκε στο πλαίσιο μιας κεντρικής υπηρεσίας πρόνοιας. Αυτές οι εξελίξεις αξιοποίησαν τη διεθνή αισιοδοξία της εποχής, που θεωρούσε τις κοινωνικές υπηρεσίες ως ένα σημαντικό εργαλείο κοινωνικής ανάπτυξης και ψυχοκοινωνικής ενδυνάμωσης. Υπήρχε η ελπίδα, ότι η ιδέα της γενικής κοινωνικής εργασίας που συνδέεται με τις ολιστικές κοινωνικές υπηρεσίες θα βοηθούσε το επάγγελμα να απομακρυνθεί από τα πολιτικά διφορούμενα συστήματα δικαστικής επιτήρησης. Ο Τρισελιώτης υποδεικνύει (Triseliotis 1977: 23) ότι οι βρετανικές αρχές πίστευαν ότι οι παραχωρήσεις σε επίπεδο κοινωνικής πρόνοιας θα κατεύναζαν τις εργατικές ταραχές και, το πιο σημαντικό, θα «παρεκκλίνουν τους Έλληνες από τα επίμονα αιτήματά τους για Ένωση με την Ελλάδα».


4. Το κοινωνικό κράτος ως διεκδίκηση και ως μηχανισμός πειθάρχησης


Είναι σύνηθες στη βιβλιογραφία της κοινωνικής πολιτικής να παρατίθεται ως αυτονόητη απλουστευτική αντίληψη ότι το κράτος πρόνοιας (περιγράφεται συχνά και ως κράτος ευημερίας) αποτελεί ένα οργανωμένο δίκτυο υπηρεσιών που στοχεύει στην προστασία των ευάλωτων πολιτών. Σε συνέχεια αυτής της αντίληψης υποστηρίζεται ότι διαφορετικές μορφές του κράτους πρόνοιας υπήρχαν πάντοτε, βασίστηκαν κυρίως στην καλή προαίρεση «πρωτοπόρων» φιλανθρώπων ή θρησκευτικών οργανώσεων. Ασφαλώς, η συμβατική αυτή προσέγγιση διανθίζεται και με την αντίληψη ότι ο τομέας της πρόνοιας είναι εκ φύσεως πολιτικά ουδέτερος, αφού βασίζεται σε μια απροσδιόριστη αλλά «αυτονόητη» κοινωνική συμφωνία, την οποία εγγυάται η μεγαλοψυχία των προνομιούχων.

Σε πείσμα του δημοφιλούς της προαναφερθείσας αντίληψης στην αστική ακαδημαϊκή παράδοση, η κοινωνιολογική έρευνα πεδίου αλλά και η πολιτική ιστορία αναδεικνύουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από ανισότητες και συγκρουόμενα κοινωνικά συμφέροντα, το κράτος πρόνοιας δεν θα μπορούσε να μείνει ανέπαφο, αναπτυσσόμενο σε ένα περιβάλλον αποστειρωμένο ιδεολογικά και αποκομμένο από τα πολιτικά δρώμενα. Όπως καταγράφουμε παρακάτω, το ίδιο το κράτος πρόνοιας αποτελεί προϊόν της σύγκρουσης μεταξύ των κοινωνικών τάξεων που συνοψίζεται στην προσπάθεια επιβολής κοινωνικού ελέγχου από τα «πάνω» και διεκδίκηση ουσιαστικής κοινωνικής ευημερίας από τα «κάτω». Αυτά τα δεδομένα είναι εμφανή και στο κυπριακό πλαίσιο, όπου η συμβολή του εργατικού κινήματος υπήρξε μείζονος σημασίας στη διαμόρφωση του κυπριακού μοντέλου ευημερίας,[10]εφόσον αυτό υπήρξε αποτέλεσμα μιας πάλης που συνεχίζεται.

Ασφαλώς, η σχέση των κοινωνικών κινημάτων με τη συγκρότηση και λειτουργία του κράτους ευημερίας ή πρόνοιας υπήρξε ανέκαθεν αμφίσημη. Το δίπολο κοινωνικός έλεγχος - κοινωνική προστασία οριοθετεί το θεωρητικό πλαίσιο ανάλυσης και πολιτικής ζύμωσης. Ιστορικά αυτή η ζύμωση εξελίσσεται ακόμα με πιο σύνθετο τρόπο όταν οι θεωρητικές αντιφάσεις μεταφέρονται από τη σφαίρα της ακαδημαϊκής συζήτησης στο πολιτικό πεδίο. Η ίδρυση των εργατικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, που ισορρόπησαν μεταξύ των ταξικών αναφορών και τη διαχείριση εξουσίας, αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική έκφανση των σχετικών δίπολων και αντιφάσεων.[11] Η ανταγωνιστική φύση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος αλλά και η τάση του να εξελίσσεται μέσα από μια σπειροειδή πορεία κύκλων ανάπτυξης και κρίσης, σήμαινε ότι ιστορικά μεγάλος αριθμός ανθρώπων βρίσκονται υπό τη μόνιμη απειλή ανεργίας, φτώχειας και αδυναμίας να ανταποκριθεί στις στοιχειώδεις απαιτήσεις υγιεινής. Βεβαίως, η ικανότητα του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής να αναπαράγεται, αντεπεξέρχεται στις κρίσεις και δυναμικά αντιστέκεται στην κοινωνική αλλαγή. Σε αυτό βοηθάει και η συγκρότηση του κράτους ως φορέα αναπαραγωγής και επιβολής των συμφερόντων της κυρίαρχης ελίτ. Οι κρατικοί θεσμοί και φορείς είναι δομημένοι με τέτοιο τρόπο, ώστε ποικιλοτρόπως να επιβάλλουν τις θέσεις της κοινωνικής τάξης που βρίσκεται στην κορυφή της οικονομικής πυραμίδας. Αυτό το δεδομένο διατρέχει κάθετα τις δομές του κράτους από τις δυνάμεις επιβολής της τάξης (αστυνομία και στρατό) μέχρι και τους «κοινωνικούς φορείς» (π.χ. παιδεία, υγεία, πρόνοια κλπ.). Η συγκρότηση του κράτους πρόνοιας αποτελεί αποτέλεσμα της αντιφατικής φύσης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και επηρεάστηκε ιστορικά από τρεις βασικούς λόγους:

1) την ανάγκη της καπιταλιστικής αγοράς να αναπαράγει ένα υγιές εργατικό δυναμικό, ικανό να παράγει πλούτο.

2) την ανάγκη του συστήματος να ελέγχει το δυναμικό αυτό και να αυτο-προστατεύεται.

3) την οργανωμένη και συγκροτημένη διεκδίκηση ενός καλύτερου επιπέδου διαβίωσης και εργασίας από την εργατική τάξη μέσω των κοινωνικών κινημάτων και της συνδικαλιστικής δράσης.

Αυτή η σύγκλιση δύο εντελώς διαφορετικών οικονομικών και ιδεολογικών κατευθύνσεων συνιστά και την ιδιαίτερη φύση του κράτους πρόνοιας ως διαλεκτική. Δηλαδή αποτελεί μια αρένα πολιτικής αντιπαράθεσης-ζύμωσης που – ανάλογα με την οικονομική συγκυρία αλλά και το συσχετισμό δυνάμεων – μπορεί να εκτείνεται από τη συμφωνία/εκεχειρία μεταξύ των τάξεων, όπως στο πρώιμο μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας στην Ευρώπη, ως τη βίαιη κορύφωση της ταξικής σύγκρουσης (π.χ. νεοφιλελεύθερο δόγμα του «σοκ» και αντιστάσεις σε αυτό).

Στην Κύπρο η δυναμική των κοινωνικών διεκδικήσεων του εργατικού κινήματος για συγκρότηση ενός πλαισίου κοινωνικής προστασίας από την εργοδοτική αυθαιρεσία, εξελίχθηκε μέσα σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο πλαίσιο, τόσο πολιτικά όσο και ιστορικά. Από τη μία πλευρά η βρετανική αποικιοκρατική στόχευση και από την άλλη η συστηματική απόπειρα διαχωρισμού και αποδυνάμωσης της κυπριακής εργατικής τάξης μέσω της εθνικιστικής ρητορικής, συνθέτουν ένα αμάλγαμα πολυεπίπεδων διεργασιών και στοχεύσεων. Παρά το γεγονός ότι υπάρχει στη χώρα ισχυρή συνδικαλιστική παρουσία με παραδόσεις και θεσμούς της τριμερούς συνεργασίας, πράγμα που σε πολλές περιπτώσεις συνέδραμε θετικά στη διαμόρφωση κοινωνικών πολιτικών προς όφελος των εργαζομένων, δεν έχει γίνει η αναγκαία πολιτική και επιστημονική συζήτηση για το κυπριακό σύστημα ευημερίας ή πρόνοιας. Στην περιορισμένη επί του θέματος βιβλιογραφία, το κυπριακό μοντέλο ευημερίας/πρόνοιας,[12] επικρατεί η τάση να κατατάσσεται το κυπριακό πλαίσιο στο λεγόμενο «μεσογειακό μοντέλο»,[13] με έμφαση στον παράγοντα οικογένεια, την εκκλησία και τη φιλανθρωπία. Ωστόσο, στην πραγματικότητα η κατάσταση είναι πολύ πιο σύνθετη και τα όποια μοντέλα μόνο εν μέρει μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας.

Η πραγματικότητα είναι ότι η Κύπρος διαθέτει ένα πολύ αποσπασματικό, ισχνό και ατελές κράτος πρόνοιας. Μετά την νίκες που έφεραν τις κοινωνικές ασφαλίσεις και την καθιέρωσης της ΑΤΑ και της εργατικής νομοθεσίας μετά την ανεξαρτησία, και τις διακηρύξεις περί ελεύθερης πρόσβασης στην παιδεία και την υγεία, οι δυνάμεις του κεφαλαίου επικαλούνταν το «εθνικό θέμα» για να αποκρούσουν επιπλέον παραχωρήσεις. Οι υπηρεσίες ευημερίας παρέμειναν έτσι ουσιαστικά υπανάπτυκτες ακόμα και όταν η χώρα απολάμβανε ραγδαία οικοδομική μεγέθυνση. Ο ηγεμονικός δημόσιος λόγος διατηρούσε πάντοτε το ζήτημα του κοινωνικού κράτους ως δευτερεύουσας σημασίας: Συνεχώς αναδύονταν οι πολλαπλές κρίσεις λόγω Κυπριακού, και το οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης που επικράτησε παρέμενε υποταγμένο στα ιδιωτικά συμφέροντα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στον τομέα της υγείας, ενώ έχει αποφασιστεί εδώ και 40 χρόνια ότι απαιτείται ένα γενικό σύστημα υγείας (ΓΕΣΥ), αυτό ακόμα να εφαρμοστεί. Μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η φτώχεια έχει αυξηθεί μαζικά, η μαζική ανεργία, ιδίως ανάμεσα στους νέους, οι συνταξιούχοι και όλες οι κοινωνικές ομάδες ζουν στην ένδεια, το ζήτημα της ένταξης των μεταναστών μένει στο κενό,[14] και η επισφάλεια είναι τα χαρακτηριστικά της Κυπριακής κοινωνικής πραγματικότητας.

Είναι σε αυτό το συγκείμενο που παράγονται οι επαγγελματίες κοινωνικοί λειτουργοί. Όμως στην ιστορική φάση που ακολούθησε το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003 και το δημοψήφισμα του 2004 για το σχέδιο του ΟΗΕ δημιουργήθηκε η δυνατότητα να αποκτήσουν οι κοινωνικοί λειτουργοί ένα νέο, αποφασιστικό ρόλο, στο πλαίσιο της στρατηγικής για τη «συμφιλίωση» και την «αλήθεια», συστατικό μέρος της οποίας είναι η διαλεύκανση της τύχης των αγνοουμένων, και στις δύο πλευρές της διακοινοτικής σύγκρουσης. Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε αυτή την προοπτική, απαιτείται να κατανοήσουμε το περιεχόμενο της στρατηγικής της συμφιλίωσης.


5. Η συμφιλίωση ως κοινωνικό αίτημα στην Κύπρο


Σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της πρόσφατης ιστορίας, αμέσως μετά το δημοψήφισμα του 2004, το ζήτημα της συμφιλίωσης με την ευρύτερη έννοια τέθηκε ως μείζον πολιτικό και ηθικό ζήτημα στη διάλεξη της UNESCO για την «Παγκόσμια μέρα για πολιτιστική διαφορετικότητα, για διάλογο και ανάπτυξη» στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.[15]Εισηγητές ήταν δύο οικουμενικοί Κύπριοι διανοούμενοι του εξωτερικού: ο Κοινωνιολόγος Αριστείδης Σήτας με τίτλο «Η Ηθική της Συμφιλίωσης» (Sitas, 2008) και ο Djelal Kadir με τίτλο «Για την Ηθική της Συμβίωσης στη διαφορετικότητα» (Kadir, 2008). Ένα χρόνο αργότερα οργανώθηκε σχετικό συνέδριο με τίτλο «Συμφιλίωση και πολιτότητα στην Κύπρο: Μια υπερ-κοινοτική έννοια για κοινωνική δράση».[16] Τότε τέθηκε και το ενδεχόμενο δημιουργίας «Επιτροπής Αλήθειας και Συμφιλίωσης» στο Νοτιοαφρικανικό πρότυπο για τους δολοφονημένους, αγνοούμενους και γενικά την πολιτική βία τα τελευταία 50 χρόνια. Η συζήτηση αυτή οφείλει να διεξαχθεί κατά τη διάρκεια της διπλωματικής προσπάθειας και θέλει χρόνο, μελέτη και προβληματισμό μέχρι να καταλήξει για τη μορφή και το περιεχόμενο της κυπριακής κατάστασης, αντλώντας από τις διεθνείς εμπειρίες, προσαρμοσμένες στα εσωτερικά δεδομένα.[17] Όπως υποδείχτηκε τότε, το αν θα θεσπιστεί «Επιτροπή Συμφιλίωσης» ή «Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης» (η οποία πέραν των μέτρων συμφιλίωσης θα αναζητήσει τις ατομικές και συλλογικές ευθύνες για τα εγκλήματα) παραμένει ένα ζήτημα ανοικτό.[18] Με τον χρόνο ωστόσο πληθαίνουν οι φωνές που καλούν για άμεση δημιουργία Επιτροπής Συμφιλίωσης. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι σχετικές έρευνες που αναφέραμε πιο πάνω υποδεικνύουν ευρεία στήριξη από τους πολίτες για μια τέτοια πρωτοβουλία ακόμα και στα δίσεκτα χρόνια μετά το δημοψήφισμα.[19]

Από το 1988, ο Πήτερ Λοΐζος (Loizos, 1988), που μελέτησε τις «διακοινοτικές δολοφονίες» στην Κύπρο, μίλησε για τη μορφή της βίας ως «κολεκτιβιστική, γενίκευσης και μη συγκεκριμένη»). Ο Σήτας (Sitas et al 2007) εξέτασε τις κοινωνικές προϋποθέσεις για τη διάπραξη εγκλημάτων γενοκτονίας και «εθνοκάθαρσης» στην Κύπρο του 1963-1974, αντλώντας από τη γνωστή μελέτη του Μ. Man Η σκοτεινή πλευρά της δημοκρατίας (Man, 2005) και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διακοινοτική βία του παρελθόντος, όσο αποτρόπαια και αν ήταν, δεν αποκλείει την προοπτική της συμφιλίωσης. Η «ηθική της συμφιλίωσης» στην κυπριακή της εκδοχή αναφέρεται ως ένας «τοπικός ανθρωπισμός», που κατά κάποιο τρόπο εμπόδισε στο να διαχυθεί και να επεκταθεί περισσότερο η βία. Η έρευνα του Σήτα, η πρώτη κοινωνιολογική έρευνα που έχει διεξαχθεί με αντικείμενο το μείζον αυτό διακύβευμα της κυπριακής πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, σκιαγράφησε τα πολιτικο-κοινωνικά δεδομένα, μελετώντας τις προδιαθέσεις, τα κίνητρα και τις αντιλήψεις των δύο γενεών που αντιπροσωπεύουν το παρόν (και που σήμερα βρίσκονται στις θέσεις κλειδιά της κοινωνίας), αλλά κι αυτούς που αύριο θα βρίσκονται στο πηδάλιο. Υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορούμε βάσιμα να θεωρούμε ότι υπάρχουν δυνατότητες για συμφιλίωση, αλλά ο χρόνος εργάζεται εναντίον μιας τέτοιας προοπτικής.

Σε πιο πρόσφατη έρευνα του, ο (Ψάλτης, 2016∙ Psaltis & Cakal, 2016∙ McKeown & Psaltis, 2017), βρήκε ότι στο δείγμα του, 25% των ε/κ έχουν τ/κ φίλους, το οποίο, ιστορικά μιλώντας, είναι πρωτοφανές για την Κύπρο. Τι μας λέει αυτό ως προς την προοπτική της και της συμφιλίωσης; Ένας σημαντικός παράγοντας είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: Μήπως πρόκειται εμφάνιση νέων τρίτων χώρων; Δημιουργούν μήπως δυνητικά τις ψηφιακές, αλλά και υπερ-διαδικτυακές κοινωνικότητες που σηματοδοτούν προοπτικές για συμφιλίωση ή/και σύγκρουση; Ποια εμπόδια (γλώσσα, συρματοπλέγματα, γραφειοκρατικό, ιδεολογική, καθημερινότητα) πρέπει να υπερπηδηθούν;

Πρόσφατες έρευνες από διάφορους ερευνητές, λοιπόν, δείχνουν ότι υπάρχουν μεν δυσκολίες, αλλά υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οι πολίτες μπορούν και θέλουν να ξανασκεφτούν, να επαναξιολογήσουν την πρόσληψη της ιστορίας ως εθνικής μυθολογίας και να ξαναδούν σοβαρά την προοπτική της συμφιλίωσης. Νέες γενιές ερευνητών που διαθέτουν αφενός την προσήλωση στην πειθαρχία της επιστημονικής έρευνας, κι αφετέρου διακατέχονται από πολιτική βούληση για λύση και συμφιλίωση, δημιουργούν επιτέλους τις προοπτικές για την αναγκαία κριτική μάζα σκεπτόμενων διανοουμένων, ανοίγοντας δρόμους για να κατανοήσουμε την κυπριακή κοινωνία, ιδίως μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003, το δημοψήφισμα και την ένταξη στην ΕΕ.[20] Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να μιλούμε για μια αναδυόμενη επιστημονική γνώση στην Κύπρο γύρω από την συμφιλίωση, έστω και αν εξακολουθούν να υπάρχουν ισχυρές δομές που αντιδρούν σε αυτή την προοπτική. Σε αυτό το πλαίσιο, η επαγγελματική πράξη των κοινωνικών λειτουργών μπορεί να παραγάγει σημαντικά αποτελέσματα.


6. Κοινωνική Εργασία: Μπορεί να αποτελέσει την κρυμμένη δύναμη για τη λύση του Κυπριακού;


6.1. Η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους (ΔΕΑ)

Παρά το γεγονός ότι η κοινωνική πρόνοια και η κοινωνική εργασία είναι πολιτικά, ιδεολογικά και πολιτισμικά καθορισμένες από τη διαίρεση της χώρας, στα προγράμματα σπουδών κοινωνικής εργασίας υπάρχει ελάχιστη ή καθόλου συζήτηση σχετικά με τον αντίκτυπο των συγκρούσεων και της βίας στην πρακτική και τη θεωρία της κοινωνικής εργασίας. Το πιο σημαντικό είναι ότι η παρούσα έρευνα δείχνει ότι αυτή η «εντολή σιωπής» λειτουργεί προς όφελος ενός άτυπου αναλυτικού προγράμματος σπουδών (hidden curriculum) που προωθεί την καλλιέργεια εθνικιστικών, διχαστικών και συχνά ρατσιστικών ιδεών.

Γνωρίζοντας την ανεπάρκεια έρευνας και βιβλιογραφίας, οι συνδέσεις μεταξύ της ταξικής πολιτικής, της ιστορίας και της κοινωνικής εργασίας σε κατάσταση συγκρούσεων αποτελούν προϋπόθεση για την πλήρη κατανόηση της πολυπλοκότητας που παρουσιάζει η εξάσκηση της κοινωνικής εργασίας σε περιοχές με πολιτική και εθνοτική /σεχταριστική βία. Επομένως, η ανάπτυξη της εκπαίδευσης και της πρακτικής εξάσκησης της κοινωνικής εργασίας στην Κύπρο πρέπει να τοποθετείται στο σημείο όπου η ταξική πολιτική τέμνει την ιστορία των ένοπλων συγκρούσεων. Η επέκταση της διαλεκτικής μεταξύ του χαρακτήρα του κυπριακού κράτους, των βαθιά ριζωμένων ταξικών διαιρέσεων και των κυνικών αποικιακών υπολογισμών παρέχουν το απαραίτητο πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να γίνει κατανοητή η εκπαίδευση και η πρακτική της κοινωνικής εργασίας.

Τα τελευταία χρόνια, η (επαν)εμφάνιση ζωντανών δικοινοτικών κινημάτων λαϊκής βάσης δημιούργησε χώρους ώστε η κοινωνική εργασία να αναδημιουργηθεί ως επάγγελμα που συνδέεται με το συλλογικό αίτημα για ειρήνη και κοινωνική αλλαγή. Το παράδειγμα του προβλήματος των «αγνοουμένων», αν και δεν είναι αντιπροσωπευτικό της συνήθους άσκησης κοινωνικής εργασίας, παρέχει μια σημαντική εικόνα των δυνατοτήτων ανάπτυξης ενός κοινωνικού έργου επικεντρωμένου στην ειρήνη.

Σημαντική ώθηση στις προσπάθειες για τον εντοπισμό των αγνοουμένων έδωσε η ίδρυση της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοούμενους (MPC, Missing Persons Committee),[21] που αναγνωρίζεται ως ιστορία επιτυχίας στον τομέα της λεγόμενης μεταβατικής δικαιοσύνης (Yakinthou, 2008∙ Bozkurt & Yakinthou, 2012∙ Baranowska, 2015∙ Kovras 2017). Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ δήλωσε ότι η MPC αποτελεί πρότυπο καλής συνεργασίας:

«Ο προσδιορισμός της τύχης των αγνοουμένων κατέχει ολοένα και σημαντικότερο ρόλο στην ειρηνευτική διαδικασία, στη διατήρηση της ειρήνης και στην οικοδόμηση της ειρήνης μετά από μια σύγκρουση. Με σωστούς χειρισμούς, μπορεί να οικοδομήσει την εμπιστοσύνη και να προωθήσει τη συμφιλίωση που είναι ζωτικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη ειρήνη. Η Επιτροπή για τους Αγνοούμενους στην Κύπρο υπήρξε πρότυπο επιτυχημένης συνεργασίας μεταξύ της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής κοινότητας».[22]

Στην Επιτροπή Αγνοουμένων, οι κοινωνικοί λειτουργοί και από τις δύο πλευρές έχουν εργαστεί ως μέρος μιας διεπιστημονικής ομάδας, στόχος της οποίας είναι να επιτρέψει σε συγγενείς αγνοουμένων να ανακτήσουν τα λείψανα των αγαπημένων τους, να ρυθμίσουν την ταφή τους και να κλείσει έτσι μια μακρά περίοδος αγωνίας και αβεβαιότητας. Παρά την αδιαμφισβήτητη «θετική πλευρά» για τη διευθέτηση ενός κατά τα άλλα μακρόχρονου άλυτου ζητήματος, η επιτυχημένη αυτή ιστορία δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί, καθώς έχουν να γίνουν πολλά ακόμη: ο συνολικός αριθμός των αγνοουμένων είναι 1.510 Ελληνοκύπριοι και 492 Τουρκοκύπριοι. Μέχρι στιγμής εντοπίστηκαν και επέστρεψαν στις οικογένειές τους τα λείψανα 651 Ελληνοκυπρίων και 210 Τουρκοκυπρίων. Έχουν ανασκαφεί 1.194 περιοχές, αλλά παραμένουν 1.221 ανθρώπινα λείψανα σε αυτές τις περιοχές.[23] Επιπλέον, υπάρχουν επικρίσεις ως προς το κατά πόσο η διαδικασία οδηγεί σε κλείσιμο της ιστορίας και συμφιλίωση. Εξακολουθεί να είναι ένα ανεπίλυτο θέμα το τι θα γίνει με τα δεδομένα από την έρευνα, τις μαρτυρίες, τις εκταφές και την εξέταση των λειψάνων με τη μέθοδο του DNA και το εγκληματολογικό υλικό μετά την απόδοση των λειψάνων στις οικογένειες των εξαφανισθέντων.

Η μέχρι τώρα επιτυχής διαλεύκανση των περιπτώσεων, μετά από δεκαετίες καθυστερήσεων στην έναρξη της διαδικασίας, εξαρτιόταν από τους ακόλουθους κρίσιμους παράγοντες:

(1) την πολιτική βούληση και των δύο πλευρών να αντιμετωπίσουν το ζήτημα αυτό ως «ανθρωπιστικό» θέμα, αποσυνδέοντάς το από την πολιτική διαδικασία και παραχωρώντας του προτεραιότητα.

(2) την τεχνολογική και εγκληματολογική/ιατροδικαστική καινοτομία και ανάπτυξη, που επιτρέπει εκταφές και ταυτοποίηση τέσσερις και πέντε δεκαετίες μετά την ταφή.

(3) τους κοινωνικούς παράγοντες που επέτρεψαν την πραγματοποίηση της έρευνας. Το γεγονός ότι το κυπριακό πρόβλημα, καίτοι «πάγωσε», εξακολουθεί να διατηρεί την «ελπίδα» και πιθανότητα κάποιας επίλυσης, αποτελεί όρο για περισσότερη επαφή και συμφιλίωση μετά το άνοιγμα των σημείων ελέγχου της σύγκρουσης. Το αυξανόμενο ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης, δημοσιογράφων και ερευνητών για το θέμα έδωσε την απαραίτητη συναισθηματική και ανθρώπινη ώθηση για να προσελκυστεί μια ευρύτερη κοινότητα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μάρτυρες και δράστες που βρίσκονταν κοντά στο τέλος της ζωής τους ήταν έτοιμοι να μιλήσουν, να ελαφρύνουν τη συνείδησή τους από το πολύχρονο βάρος της άρνησης και των μυστικών για την τύχη των αγνοουμένων.

(4) Τέλος, ήταν ζωτικής σημασίας η αποφασιστικότητα, η επιμονή και οι μεγάλες γνώσεις μιας ομάδας ατόμων που ειδικεύονται στην έρευνα κάθε περίπτωσης, χρησιμοποιώντας τεχνικές από τις κοινωνικές επιστήμες, τη δημοσιογραφία και την αστυνομική έρευνα, με προσοχή για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πληροφοριοδοτών.

Αυτό που είναι άγνωστο και αδήλωτο είναι ότι η κατάρτιση και η πρακτική εκείνων που ερευνούσαν κάθε στοιχείο και έκαναν τις απαραίτητες συνδέσεις είναι κοινωνιολογική και εντάσσεται στον τομέα της κοινωνικής εργασίας. Αυτό προέκυψε από το πρώτο συνέδριο στην Κύπρο όπου οι κοινωνικοί λειτουργοί, Ελληνοκύπριοι και ο Τουρκοκύπριοι, εξήγησαν και συζήτησαν λεπτομερώς τα προβλήματα και την επιτυχία της λειτουργίας της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοούμενους.[24]


6.2. Ισότητα και κοινωνικά ζητήματα στη διευθέτηση του Κυπριακού: κοινωνικοί λειτουργοί, πρόνοια και κοινωνική δράση


Στην προοπτική λύσης του Κυπριακού, στη βάση του συμφωνημένου πλαισίου και των αξόνων που προτείνει ο ΓΓ του ΟΗΕ, Αντονιο Γκουντέρες, τα περισσότερα από τα τεχνικά θέματα που σχετίζονται με την επίλυση του προβλήματος έχουν συζητηθεί λεπτομερώς. Δυστυχώς, ωστόσο, οι κοινωνικές πτυχές συχνά παρακάμπτονται ή υποβαθμίζονται. Ζωτικά ζητήματα σχετικά με τον ρόλο της κοινωνικής πολιτικής, την αντιμετώπιση της φτώχειας και της ανισότητας, την κατάλληλη στήριξη των κοινωνικών ομάδων υπό πίεση, τον χαρακτήρα του κράτους πρόνοιας γενικότερα καθώς και μεταβατικά ζητήματα κοινωνικών θεμάτων στο πλαίσιο μιας πιθανής λύσης δεν συζητούνται σχεδόν καθόλου στην Κύπρο και από τις δύο πλευρές. Τα διασυνδεδεμένα θέματα πρέπει ακόμη να συζητηθούν με τον κατάλληλο τρόπο:

* Πώς αντιμετωπίζει τη βία του παρελθόντος, όπως εξαφανίσεις, μια επανενωμένη Κύπρος; Πώς αντιμετωπίστηκε το ζήτημα όσον αφορά τις πολιτικές, τις πρακτικές και τις πραγματικές εμπειρίες των συγγενών των αγνοουμένων ή γενικότερα των θυμάτων της διακοινοτικής βίας; Πώς μπορεί η κοινωνία και στις δύο πλευρές του συρματοπλέγματος να τα αντιμετωπίσει στο μέλλον; Πρέπει να υπάρχουν δείκτες κοινωνικής πολιτικής για το πλαίσιο μετά τη λύση, τον ρόλο των κοινωνικών υπηρεσιών και των κοινωνικών λειτουργών. Σε περίπτωση που δεν υπάρξει άμεση λύση, τι πρέπει να κάνουν οι κοινωνικοί λειτουργοί για τα παραπάνω ζητήματα;

* Ποιο θα είναι το πλαίσιο για τις μελλοντικές κοινωνικές πολιτικές, κοινωνικές υπηρεσίες και υπηρεσίες πρόνοιας σε μια επανενωμένη Κύπρο που βγαίνει από το πρόσφατο καθεστώς λιτότητας;

* Από τη σκοπιά της κοινωνικής δικαιοσύνης, πώς αντιμετωπίζουμε τα ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα με μια προοδευτική πολιτική που βασίζεται ορθά στους συνεχιζόμενους αγώνες για ισότητα και αναδιανομή στην επανενωμένη Κύπρο μετά τη λιτότητα;

* Πώς θα επανεξετάσουμε την πολιτική για τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες/ αποκλίσεις και τους κοινωνικούς αγώνες; Σε γενικές γραμμές, πώς οραματιζόμαστε το κράτος πρόνοιας, την κοινωνική πολιτική και τις κοινωνικές υπηρεσίες μετά την εξεύρεση λύσης και μετά τη λιτότητα;

Η επιδίωξη της ισότητας και της αναγνώρισης μπορεί να λειτουργήσει ως μια προωθητική κοινωνική δύναμη, δηλαδή ένα μέσο για την ειρήνη. Εξ ου και θέτουμε στην ατζέντα την προοπτική μιας κριτικής κοινωνικής πολιτικής, έτσι ώστε να επανεξετάσουμε τη δομή και πλαίσιο των κοινωνικών υπηρεσιών, του κράτους πρόνοιας και γενικά το κοινωνικό κράτος στην Κύπρο μετά τη διένεξη και μετά τη λιτότητα. Οι κοινωνικές υπηρεσίες είναι αντιμέτωπες με μείζονες προκλήσεις, κι αυτό καθίσταται ακόμα πιο δύσκολο, αν θέλουμε να έχουμε μια επιτυχή μετάβαση προς μια επανενωμένη Κύπρο.

Όπως ήδη τονίσαμε, στην τρέχουσα συγκυρία οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε ένα μακροχρόνιο πρόβλημα που περνά από γενιά σε γενιά και διαιωνίζεται επώδυνα: Η βία του παρελθόντος (π.χ. οι εξαφανίσεις και άλλες μορφές βίας).

Παράλληλα, και χωρίς άλλη αναβολή, οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα της μελλοντικής κοινωνικής πολιτικής, του κράτους πρόνοιας και γενικότερα το κοινωνικό κράτους μιας επανενωμένης Κύπρου με τρόπο που να συνδέεται δημιουργικά με τα ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα.


7. Κοιτάζοντας προς το μέλλον


Η κοινωνιολογία στην Κύπρο, ένας από τους πιο σημαντικούς ακαδημαϊκούς κλάδους που τροφοδοτούν θεωρητικά τη θεωρία και πρακτική της κοινωνικής εργασίας, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια τάση λήθης ή άρνησης όμοια με αυτήν που εκφράστηκε στην Κοινωνιολογία της Νότιας Αφρικής (Sooryamoorthy, 2016) και του Ισραήλ/Παλαιστίνης (Ram, 2018). Από την περίοδο της αποικιοκρατίας προέκυψαν μόνιμες επιπτώσεις στην ανάπτυξη των κοινωνικών επιστημών (Sooryamoorthy, 2016∙ Ram, 2018) και την κοινωνική εργασία ως επάγγελμα, που διατηρούνται ακόμη και κατά τη διάρκεια της μετα-αποικιοκρατικής εποχής. Όπως επισημαίνει ο Ehrlich (1988. 2013), η κυρίαρχη ισραηλινή κοινωνιολογία αρνούνταν να κατανοήσει τον Σιωνισμό (Zionist project) ως πρόγραμμα αποίκων και το ισραηλινό κράτος και την κοινωνία του ως διαιρεμένη και «κοινωνία μόνιμου πολέμου». Η Κύπρος δεν είναι τόσο «κοινωνία πολέμου», όσο «κοινωνία συνόρων» (Panayiotou, 1999. 2012). Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μιας κοινωνίας συνόρων και μιας κοινωνίας πολέμου είναι λεπτή. Υπάρχουν ισχυρές κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές δυνάμεις που εμποδίζουν την κίνηση πέρα από τα σύνορα και έτσι η χώρα παραμένει διχασμένη. Αυτή τη στιγμή βιώνουμε τους περιορισμούς και τις αντιφάσεις αυτού του «de facto διαχωρισμού».

Ο Paulo Freire, ο εξέχων Βραζιλιάνος παιδαγωγός, αναφερόμενος στα πολιτικά διλήμματα που αντιμετωπίζει το επάγγελμα της κοινωνικής εργασίας, τόνισε τον αναγκαστικά πολιτικά στρατευμένο χαρακτήρα του:

«Ο κοινωνικός λειτουργός δεν είναι ένας θεσμός ουδέτερος, απομακρυσμένος από την ανάγκη πολιτικής δράσης. Μία από τις τάσεις που έχουμε μερικές φορές – και αυτό είναι ένα αδίκημα, μια “παρανομία”, που μαθαίνουμε στην τεχνολογική μας κοινωνία – είναι να σκεφτόμαστε ότι ο κοινωνικός λειτουργός είναι ένας πολύ-εξειδικευμένος άνθρωπος, ένας τεχνικός, ο οποίος εργάζεται σε έναν απομονωμένο επαγγελματικά χώρο ενώ παράλληλα απολαμβάνει κάποιο είδος τεχνοκρατικής ασυλίας, ως μια επαγγελματική ομάδα που στέκεται ξέχωρα από τις πολιτικές μάχες της κοινωνίας. Για μένα, αυτό είναι αδύνατο. Είναι ένα λάθος» (Freire, 1990: 5).

Οι συζητήσεις για τη «μεταβαλλόμενη φύση της κοινωνικής εργασίας» (Beckett, 2017) πρέπει ασφαλώς να αντιμετωπίσουν την ανάγκη σύνδεσης αφενός της κοινωνικής σύγκρουσης, και αφετέρου της διακοινοτικής ειρήνης και της συμφιλίωσης στη βάση της κοινωνικής εργασίας, προσεγγίζοντας κριτικά και υπερβαίνοντας την παραδοσιακή ανθρωπιστική προσέγγισή της. Κατά τη διάρκεια ή μετά από πολέμους η κοινωνική εργασία θεωρείται συχνά ως μια εξειδικευμένη παρέμβαση που θα βοηθήσει ή θα φροντίσει άτομα που χρειάζονται ειδική υποστήριξη, επειδή είναι ευάλωτα ή έχουν ανάγκες λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους ή τραυματικών εμπειριών. Σε αυτό το πλαίσιο η κοινωνική εργασία θεωρείται ισότιμη με την ψυχολογική στήριξη, την αρωγή και τη φιλανθρωπία.

Αυτό δεν εξαλείφει αυτομάτως τα παλιά διλήμματα της κοινωνικής εργασίας, που εντοπίζονται μεταξύ των ανταγωνιστικών λογικών της φροντίδας και του ελέγχου ή καλύτερα των ανταγωνιστικών παραδόσεων της συμπαιγνίας με την εξουσία έναντι της αντίστασης σε αυτήν (Ferguson et al., 2018). Ωστόσο, ανοίγει τον απαραίτητο ζωτικό χώρο για συζήτηση σχετικά με τη συνάφεια της κοινωνικής εργασίας στην αντιμετώπιση των σημερινών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η κυπριακή κοινωνία. Η αναπλήρωση, η ανάκτηση και η αντιμετώπιση κοινωνικών ζητημάτων στο πλαίσιο των συγκρούσεων, της ανάγκης για διακοινοτική συμφιλίωση και των ρυθμίσεων για επίλυση του Κυπριακού πρέπει να τεθούν στο επίκεντρο της κοινωνικής εργασίας ως ζήτημα προτεραιότητας. Η κοινωνική εργασία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως εργαλείο σε ιμπεριαλιστικά ή καταπιεστικά σχέδια και πολιτικές.

Η περίπτωση της Κύπρου είναι εξαιρετικά χρήσιμη για την κοινωνική εργασία στο πλαίσιο εθνοτικών/εθνικών και άλλων πολιτικών συγκρούσεων. Αυτό απαιτεί να γίνονται σεβαστές οι εθνοτικές, εθνικές και θρησκευτικές διαφορές, οι παραδόσεις και τα έθιμα, συμπεριλαμβανομένων των συλλογικών δικαιωμάτων στην αυτονομία και την αυτο-οργάνωση. Όμως, είναι ταυτόχρονα απαραίτητο οι πολιτικές και οι ταυτότητες να μην είναι εθνικοποιημένες: κάτω από αυτό που συχνά ορίζεται ως «επίσημες θέσεις» υπάρχουν ουσιοκρατικές ιδέες που «βλέπουν» δύο μεγάλες εθνοτικές κοινότητες, σαν αυτές να ήταν ομοιογενείς, ενοποιημένες, που η κάθε μία έχει τις δικές της διακριτές θέσεις. Συχνά υποβόσκει έτσι η υπόθεση ότι υπάρχει ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος μεταξύ της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής θέσης, και η τελική «σύνοψη» των δύο θέσεων υποτίθεται ότι θα λάβει χώρα κατά τη διάρκεια επίσημων διαπραγματεύσεων. Στην πραγματικότητα υπάρχει μια πολύ πιο σύνθετη και ρευστή κοινωνική, πολιτική, οικονομική, νομική και πολιτιστική πραγματικότητα. Υπάρχουν οι αντιθέσεις που διασχίζουν κάθε κοινότητα, αλλά η σύγκλιση συμφερόντων των εργαζόμενων μαζών και των δύο κοινοτήτων, που υπόκεινται στην καπιταλιστική εκμετάλλευση. Πρέπει επομένως πρώτα να αποδομήσουμε αυτό που υποτίθεται ότι είναι η «εθνοποιημένη θέση» κάθε πλευράς, αρνούμενοι να υποθέσουμε ότι υπάρχει ένας αυτόματος εθνοτικός κοινός παρονομαστής. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα των διακυβευόμενων ζητημάτων και στη συνέχεια να κάνουμε προτάσεις για την επίλυση της σύγκρουσης. Πρόκειται για μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα, αποτελεσματική και εποικοδομητική προσέγγιση που θα ανασυνθέσει τις έννοιες των ιδιοκτησιακών σχέσεων, των κοινωνικών σχέσεων βάσει των οικουμενικών, κοινοτικών, συλλογικών, ατομικών δικαιωμάτων.

Καλούμαστε να καταρρίψουμε τα εθνικά ή θρησκευτικά συλλογικά χαρακτηριστικά και υποθέσεις, ώστε να εξετάσουμε με σωστό τρόπο, πιο προσεκτικά την πραγματική κατάσταση στην πράξη. Επιπλέον, οι τοπικές, περιφερειακές και παγκόσμιες συνδέσεις πρέπει να γίνουν σε εννοιολογικό, ιδεολογικό και πρακτικό επίπεδο. Μαθαίνοντας από τον λαϊκό ακτιβισμό και τις πρακτικές, όπου οι ακτιβιστές σε κινήματα αυτο-οργάνωσης αναπτύσσουν κοινωνικό έργο από τη βάση ως μέρος των καθημερινών τους αγώνων σε καταστάσεις κρίσης (Ioakimides et al., 2014) ή σε πολέμους / ένοπλες συγκρούσεις (Lavallette & Ioakimides, 2011∙ Jones et al., 2018). Δεδομένου ότι η κοινωνική δικαιοσύνη είναι ένας από τους κεντρικούς στόχους της κοινωνικής εργασίας, η αμέλεια στην αντιμετώπιση της μεταβατικής δικαιοσύνης δεν μπορεί να συνεχιστεί. Η περίπτωση της Κύπρου προσφέρει μια μεγάλη ευκαιρία για αυτό το σκοπό: για να μάθουμε από τις επιτυχίες και τα προβλήματα είναι ιδιαίτερα χρήσιμη η περίπτωση της αντιμετώπισης των αγνοουμένων μέσω της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοούμενους (Kovras, 2017∙ Bozkurt & Yakinthou, 2012).

Συμπερασματικά λοιπόν, σε μια εποχή παράλληλης οικονομικής και πολιτικής κρίσης, οι διεργασίες για την επίτευξη της ειρήνης και συμφιλίωσης είναι κάτι παραπάνω από αναγκαίο να συνδεθούν με το ευρύτερο αίτημα για καθολικές κοινωνικές υπηρεσίες στη βάση της κοινωνικής δικαιοσύνης και της προοπτικής για ριζική μεταβολή των δομών στην κοινωνία.

Βιβλιογραφία

Gough, Ι. (2008), Η Πολιτική Οικονομία του Κοινωνικού Κράτους, Αθήνα: εκδ. Σαββάλας.

Διάλογος (2019), «Τ/Κ Τύπος: Ε/Κ και Τ/Κ να γράψουμε μια κοινή ιστορία», 28/5,

https://dialogos.com.cy/t-k-typos-e-k-kai-t-k-na-grapsoyme-mia-koini-istoria/?fbclid=IwAR1L3rj5R7JVv2L8rk3aeiGLGkrRHXGctltbIwhdhIBhBaXijizbYlT6ZiQ

Ιωάννου, Γρηγόρης (2019), Ο Ντενκτάς στον Νότο: Η κανονικοποίηση της διχοτόμησης στην ελληνοκυπριακή πλευρά, Θεσσαλονίκη: Ψηφίδες.

Kadir, Djelal (2008), «Για την Ηθική της Συμβίωσης στη διαφορετικότητα», in Kadir, Djelal & Sitas, Ari (2008) Culture, Diversity and dialogue and Development, Lectures by Djelal Kadir and Ari Sitas, Faculty of Humanities, University of Cyprus, Λευκωσία, 29-42.

Νεοκλέους, Γ. και Ιωακειμίδης, Β. 2012, «Η επίδραση του εργατικού κινήματος στο Κυπριακό σύστημα ευημερίας», στο Περιστιάνης, Ν. Το Κοινωνικό Πορτραίτο της Κύπρου, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.

Περικλέους, Χ. (2010) Κυπριακή Δημοκρατία 50 χρόνια, Επώδυνη πορεία, Παζήσης.

Περιπέτειες Ιδεών (2006-α), «Αλήθεια και Συμφιλίωση Ι: Η Κύπρος στα δύσκολα μονοπάτια της αλήθειας και συμφιλίωσης», Πολίτης, 23/7.

Περιπέτειες Ιδεών (2006-β), «Αλήθεια και Συμφιλίωση ΙΙ: Η Κύπρος στα δύσκολα μονοπάτια της αλήθειας και συμφιλίωσης», Πολίτης, 27/8.

Sitas, Α. (2008), «Πέρα από το Ρατσισμό: Η Ηθική της Συμφιλίωσης και η Πραγματικότητα του να Συμφιλιώνεσαι», in Kadir, Djelal & Sitas, Ari (2008) Culture, Diversity and dialogue and Development, Lectures by Djelal Kadir and Ari Sitas, Facultyof Humanities, University of Cyprus, Λευκωσία: 43-52.

Τριμικλινιώτης, Ν. (2010), Η διαλεκτική του έθνους-κράτους και το καθεστώς εξαίρεσης – συνταγματικές και κοινωνιολογικές μελέτες για την ευρωκυπριακή συγκυρία και το εθνικό ζήτημα, Αθήνα: Σαββάλας.

Τριμικλινιώτης, Ν. (2017), «Το Πρόταγμα της επανένωσης της Κύπρου. Μια ταξική και γεωπολιτική ανάλυση μιας φθίνουσας δυνατότητας», Θέσεις τ. 140, Ιούλιος/Σεπτέμβριος.

Ψάλτης, Χ. (2016), «Ψυχολογία, η άλλη διάσταση στο περιουσιακό - Παγκύπρια έρευνα για τις προτιμήσεις των Ελληνοκύπριων», Φιλελεύθερος 23.5.2016.

Action (2016), The All-Cyprus Trade Unions Forum in Dialogue with the Society for the Future of our Country, produced by the project, “The future of our country matters: social actors have their say”, INEK-ΠEO, http://fucomasa.inek.org.cy/images/pdf/Memoranda_EN.pdf

Attalides, M. (1979), Cyprus: Nationalism and International Politics, Edinburgh: Q Press,

Baranowska, G. (2015), “The Role of Intercommunal Dialogue in Revealing the Fate of Disappearances and Missing Persons: Cases of Kosovo and Cyprus”, in Humanity in Action, https://www.humanityinaction.org/knowledgebase/584-the-role-of-intercommunal-dialogue-in-revealing-the-fate-of-disappearances-and-missing-persons-cases-of-kosovo-and-cyprus

Beckett, J. P. (2017), “The changing nature of social work”, International Social Work, Volume: 61 issue: 6, page(s): 968-973, article first published online: March 7, 2017; Issue published: November 1, 2018.

Bozkurt, U. and Trimikliniotis, N. (2012), “Rethinking the postcolonial Cypriot statehood: the Cyprus problem, Class Struggle and Ethnic conflict”, in Trimikliniotis, N. and Bozkurt, U. (eds.) Beyond A Divided Cyprus: A State and Society in Transformation, MacMillan Palgrave, New York, pp. 47-66

Bozkurt, U. and Trimikliniotis, N. (2014), “Incorporating a class analysis within the national question: rethinking ethnicity, class and nationalism in Cyprus”, Nationalism and Ethnic Politics, 20:2, 244-265.

Bozkurt, Umut; & Christalla Yakinthou (2012), Legacies of Violence and Overcoming Conflict in Cyprus: The Transitional Justice Landscape, PRIO Cyprus Centre Report, 2. Nicosia: PRIO Cyprus Centre.

Christodoulou, D. (1992), Inside the Cyprus Miracle: The Labours of an Embattled Mini-economy. Volume 2 of Minnesota Mediterranean and East European Monographs, University of Minnesota.

Director of Social Development (1946), A Ten-Year Programme of Development for Cyprus, Nicosia: British High Commission.

EASSW (2012), Bi-communal social work event in Cyprus. EASSW Newsletter No. 2. Retrieved from www.eassw.org/wp-content/…/05/Newsletter2_EASSW_n_2_2012-v4-1.do.

Ehrlich, A. (2013), Nea Ehrlich, Lesley Marks and Nira Yuval-Davis (Eds.) The Work of Avishai Ehrlich: Political Sociologist, Activist and Public Intellectual, Cambridge Scholars Publishing.

Ferguson, Iain, Ioakimidis, V. and Lavalette, M. (2018), Global Social Work in a political context, Radical Perspectives, Policy Press.

Ferrera, Maurizio. (1996), The 'Southern Model' of Welfare in Social Europe. Journal of European Social Policy - J EUR SOC POLICY. 6. 17-37. 10.1177/095892879600600102.

Freire, P. (1990), A critical understanding of social work, Journal of Progressive Human Services, 1(1), 3-10. (translated by M. Moch).

Ioakimidis, V. (2015), “The two faces of Janus rethinking social work in the context of conflict”, Social dialogue, 3 (10). pp. 6-11. http://data.axmag.com/data/201504/20150430/U114409_F335827/FLASH/index.htm

Ioakimidis, V., Cruz Santos, C. and Martinez Herrero, I. (2014), “Reconceptualizing social work in times of crisis: an examination of the cases of Greece, Spain and Portugal”, International Social Work, 57(4): 285–300.

Ki Moon, B. (2017), Support to the Committee on Missing Persons (CMP) – Phase 9, UNDP – Cyprus, Retrieved 20 February 2019, from www.cy.undp.org/content/cyprus/en/home/projects/CMP.html.

Kovras, I. (2014), Truth Recovery and Transitional Justice: Deferring Human Rights. London: Routledge.

Kovras, I. (2017), Grassroots Activism and the Evolution of Transitional Justice: The Families of the Disappeared. Cambridge: Cambridge University Press.

Latif, D., Sitas, A. (2012), “The Potential for Reconciliation, Forgiveness, and Social Transformation”, in Trimikliniotis, N. and Bozkurt, U. (eds.) Beyond A Divided Cyprus: A State and Society in Transformation, MacMillan Palgrave, New York: 211-216.

Lavalette Michael and Vasilios Ioakimidis (επιμ.) (2011), Social Work in Extremis: Lessons for Social Work Internationally, Policy Press.

Loizos, Peter (1988), “Intercommunal Killing in Cyprus”, Man, 23. 639. 10.2307/2802597.

Man, Michael (2005), The dark side of democracy: Explaining Ethnic cleansing, Cambridge: Cambridge University Press.

Mavratsas, C. (1992), “The Greek and Greek-Cypriot Economic Ethos: A Sociocultural Analysis”, The Cyprus Review, Fall 1992: 7.

McKeown, S., & Psaltis, C. (2017), Intergroup Contact and the Mediating Role of Intergroup Trust on Outgroup Evaluation and Future Contact Intentions in Cyprus and Northern Ireland. Peace and Conflict: Journal of Peace Psychology. http://dx.doi.org/10.1037/pac0000275

Necoleous, G, (2019), Social Insurance and Older People in Cyprus, 1878-2004, Palgrave MacMillan.

Panayiotou, A. (1999), Island Radicals, PhD dissertation, Santa Cruz: University of California.

Panayiotou, A. (2012), “Border Dialectics: Cypriot Social and Historical Movements in a World Systemic Context”, in Trimikliniotis, N. and Bozkurt, U. (eds.) Beyond A Divided Cyprus: A State and Society in Transformation, MacMillan Palgrave, New York: 67-82.

Parker, R., Hill, M. and Feast, J. (2013), “The life and work of John Triseliotis”, Adoption & Fostering, 37(1), 5–13.

Parker, R. (2013), “The life and work of John Triseliotis”, Adoption & Fostering, 37(1) 5–13, 2013. Social Work at Edinburgh ‘Triseliotis’, http://www.socialwork.ed.ac.uk/centenary/people/alumni/john_triseliotis

Peterson, J. H. (2016), “Humanitarianism and Peace”, in Oliver P. Richmond, Sandra Pogodda, Jasmin Ramovic (eds.) The Palgrave Handbook of Disciplinary and Regional Approaches to Peace, Palgrave Macmillan: 233-246.

Psaltis, Charis and Huseyin Cakal (2016), “Social Identity in a Divided Cyprus”, in S. McKeown et al. (eds.), Understanding Peace and Conflict Through Social Identity Theory, Peace Psychology Book Series, Springer International Publishing Switzerland.

Ram, U. (2018), Israeli Sociology Text in Context, Sociology Transformed. London: Palgrave MacMillan.

Sebba, L. (1999), “The creation and evolution of criminal law in colonial and post-colonial societies”, Crime, History and Society, vol. 3, no. 1, 1999: 71-91, http://journals.openedition.org/chs/936#quotation

Sitas, A., A. Dilek, and N. Loizou (2007), Prospects of Reconciliation, Co-Existence and Forgiveness in Cyprus in the Post-Referendum Period, PRIO Cyprus Centre Report, 4. Nicosia: PRIO Cyprus Centre.

Social Services in the Context of Conflict Network (2016), Equality as the Means to Lasting Peace: Critical Social Policy and Welfare State in Post-conflict Cyprus, Social Services, Past Violence and the Struggles for Equality, Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας, Το Σπίτι της Συνεργασίας, Λευκωσία 19.11.2016, http://www.ssccnetwork.org

Sooryamoorthy, (2016), Sociology in South Africa Colonial, Apartheid and Democratic Forms, Sociology Transformed, Palgrave MacMillan.

Τrimikliniotis, Ν. (2007), “Reconciliation and Social Action in Cyprus: Citizens’ Inertia and the Protracted State of Limbo”, The Cyprus Review, Intercollege, VOL. 19:1, SPRING.

Trimikliniotis N. (2015-α), “Critique of ‘Liberal Peace’ and ‘Conflict Resolution’: A Critical Peace Alternative”, Social Dialogue (2015, vol 10, http://data.axmag.com/data/201504/20150430/U114409_F335827/FLASH/index.html,

Trimikliniotis N. (2015-β),Sociology: A Sociological Critique of Liberal Peace”, in Oliver P. Richmond, Sandra Pogodda, Jasmin Ramović (eds), The Palgrave Handbook of Disciplinary and Regional Approaches to Peace, Palgrave.

Trimikliniotis, N. (2015-γ), A critique of ‘liberal peace’ and ‘conflict resolution’: A critical peace alternative, Social Dialogue, 10(3), 34–39.

Trimikliniotis, N. (2016), “A sociological critique of liberal peace”, in O.P. Richmond, S. Pogodda and J. Ramovic (eds.), Dimensions of Peace: Disciplinary and Regional Approaches, Palgrave Macmillan: 95–109.

Trimikliniotis N. and C. Demetriou (2012-α), Legal framework in the republic of Cyprus, Displacement in Cyprus consequences of civil and military strife, Report 3, Peace Research institute Oslo (PRIO), ISBN 978-82-7288-420-7, http://www.prio-cyprus-displacement.net/images/users/1/Report%203%20-%20TRIM.DEM%20ENG.WEB.pdf

Trimikliniotis, N. and C. Demetriou (2012-β), Displacement in Cyprus: Consequences of Civil and Military Strife, Legal Framework in the Republic of Cyprus (Report 3). Oslo: Peace Research Institute Oslo.

Trimikliniotis, N., Bozkurt, U. (eds.) (2012), Beyond a divided Cyprus: a state and society in transformation, New York: Palgrave-MacMillan.

Trimikliniotis, N., Ioakimoglou, E. and Pantelides, P. (2012), “A Political Economy of Division, Development and Crisis: Envisioning Reunification Beyond the Cyprus Economic Miracle”, in Trimikliniotis, N. and Bozkurt, U. (eds.) Beyond A Divided Cyprus: A State and Society in Transformation, New York: Palgrave-MacMillan: 217-247.

Trimikliniotis, N. and Trimithiotis, D. (2017), “Critical peace and digital activism in the era of austerity and crisis”, in B. Carmeland M. Grech (eds.), Critical Peace, Pedagogy, Politics and Philosophy of Peace and Peace-Making, London: Palgrave Macmillan

Triseliotis, J. (1977), Social Welfare in Cyprus. London: Zeno Publishers.

Varnava Andrekos and Hubert Faustmann (eds.) (2009), Reunifying Cyprus: The Annan Plan and Beyond, London: Tauris.

Yakinthou, C. (2008), “The Quiet Deflation of Den Xehno? Changes in the Greek Cypriot Communal Narrative on the Missing Persons in Cyprus” Cyprus Review, Volume 20:1, Spring 2008, 15 – 33.


[1] Βλ. Τριμικλινιώτης, Ν. (2017)

[2] Διάλογος, 28.5.2019.

[3] Lavalette and Ioakimidis (2011).

[4] Η ΕΟΚΑ Β΄ αποτελούσε μια παράνομη τρομοκρατική οργάνωση, η οποία ξεκίνησε εκστρατεία για την ένωση με την Ελλάδα. Πραγματοποίησε βομβιστικές επιθέσεις, δολοφονίες αμάχων και προσπάθησε αρκετές φορές να δολοφονήσει τον Πρόεδρο Μακάριο.

[5] Πρόκειται για δύο αντιπαραβαλλόμενες προσεγγίσεις σχετικά με το δημοψήφισμα που διεξήχθη στις 24 Ιουλίου 2004 και τις επιπτώσεις του για τα επόμενα βήματα στο ενδεχόμενο εξεύρεσης λύσης (Pericleous, 2009∙ Varnava & Faustmann, 2009∙ Trimikliniotis, 2010∙ Trimikliniotis & Bozkurt, 2012).

[6] Για παράδειγμα, το συνέδριο που διοργάνωσε το Δίκτυο Κοινωνικών Υπηρεσιών σε Κοινωνίες της Διένεξης (Social Services in the Context of Conflict Network, SSCC), με τίτλο «Επιδιώκοντας την ισότητα ως μέσο για διαρκή ειρήνη: κριτική κοινωνική πολιτική και κοινωνικό κράτος μετά τη λύση του Κυπριακού - Κοινωνικές Υπηρεσίες, παρελθόν, βία και οι αγώνες για την ισότητα», που φιλοξένησε το Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας, συγκέντρωσε κοινωνικούς επιστήμονες, εμπειρογνώμονες, συνδικαλιστές ακτιβιστές σε ένα δίκτυο από Πανεπιστήμια (Πανεπιστήμιο του Durham, Πανεπιστήμιο Κιέλου και Πανεπιστήμιο Λευκωσίας) και ΜΚΟ (Συμφιλίωση, ο Σύνδεσμος Ιστορικού Διαλόγου, Κοινοτική Πρωτοβουλία Συγγενών Αγνοουμένων και Θυμάτων Σφαγών και Πολέμου), στο Σπίτι της Συνεργασίας, Λευκωσία 19.11.2016, http://www.ssccnetwork.org Βλ. και παρακάτω.

[7] Σπούδασε και μετανάστευσε στο Ηνωμένο Βασίλειο, διέγραψε μια αξιοσημείωτη σταδιοδρομία ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και πέθανε το 2012 σε ηλικία 83 ετών, http://www.socialwork.ed.ac.uk/centenary/people/alumni/john_triseliotis

[8] Με αντάλλαγμα την παροχή προστασίας από τον επεκτατισμό της Ρωσίας και την καταβολή ετησίως 12.000 λιρών Αγγλίας.

[9] Εφαρμόστηκε στην τρέχουσα μορφή του ως Κεφάλαιο 54 το 1929:

http://www.sbaadministration.org/home/legislation/01_02_09_01_COLONIAL_CAPS_1959/01_02_01_04_Caps-125-175A/19600101_CAP154_u.pdf. Ο ίδιος κώδικας (με σχετικά λίγες τροποποιήσεις) υιοθετήθηκε σε δεκαπέντε άλλες περιοχές της βρετανικής αυτοκρατορίας, όπως η Νιγηρία, το Κουίνσλαντ, η Τζαμάικα και η Παλαιστίνη. Αυτό προκαλεί το ερώτημα του Seeba (1999): «Όμως τι κοινό έχουν τα πολιτιστικά ή κανονιστικά πρότυπα ενός τέτοιου πληθυσμού με αυτά των φυλών της Νιγηρίας ή των τουρκο-ελληνικών ή αραβο-εβραϊκών πληθυσμών της Κύπρου και της Παλαιστίνης αντίστοιχα; Ο ίδιος κώδικας (με σχετικά λίγες τροποποιήσεις) υιοθετήθηκε σε όλες αυτές τις περιοχές, καθώς και σε άλλες δεκάδες».

[10] Βλ. Νεοκλέους και Ιωακειμίδης, 2012. Νεοκλέους, 2014

[11] Βλ. Gough, 2008.

[12] Π.χ. βλ. Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, 2008. Περιστιάνης, 2012.

[13] Ferrera, 1996.

[14] Τριμικλινιώτης, 2012.

[15] Έγινε στις 21.5.2004, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και εκδόθηκε σε τρίγλωσσο τόμο (Αγγλικά, ελληνικά και Τούρκικα) με τίτλο: Culture, Diversity and dialogue and Development, Lectures by Djelal Kadir and Ari Sitas, Faculty of Humanities, University of Cyprus, Nicosia, 2008.

[16] Οργανώθηκε από τους φορείς: Συμφιλίωση, IKME και BILBAN στο Κέντρο Γκαίτε 23.7.2005.

[17] Βλ. Τrimikliniotis, 2007.

[18] Μια πρώτη καταγραφή των ζητημάτων για την Κύπρο έγινε στο τ. 3 & τ. 4 του ένθετου Περιπέτειες Ιδεών (2006-α & 2006-β), ενώ επιλογή κειμένων τού πιο πάνω συνεδρίου στη ολότητά τους με συμπερίληψη άλλων κειμένων έγινε σε ειδικό αφιέρωμα στο αγγλόφωνο περιοδικό TheCyprus Review, Intercollege, Vol. 19:1, Spring 2007.

[19] Ασφαλώς υπάρχουν και απόψεις υπέρ της δημιουργίας Επιτροπής Συμφιλίωσης που εμφανίζονται κατά καιρούς στον τύπο, οι οποίες προφανώς κινούνται μάλλον από προσωπικά ελατήρια αναφορικά με τον ρόλο που οι ίδιοι επιθυμούν να διαδραματίσουν, και κατά κανόνα δεν έχουν καμία σχέση με την επαναπροσέγγιση και τη συμφιλίωση.

[20] Ενδεικτική είναι η ενδιαφέρουσα κι αθρόα παρουσία νέων ερευνών κι ερευνητών σε διάφορα συνέδρια με αντικείμενο την προοπτική της συμφιλίωσης.

[21] http://www.cmp-cyprus.org/

[22] Δήλωση του Ban Ki-moon, Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, http://www.cy.undp.org/content/cyprus/en/home/operations/projects/partnershipforthefuture/support-to-the-committee-on-missing-persons-in-cyprus.html

[23] Αυτοί είναι οι αριθμοί που ανακοινώθηκαν από την CMP μέχρι τις 19.2.2018.

[24] Social Services in the Context of Conflict Network, 2016.

71 views

© 2023 by Vasilios Ioakimidis- created with Wix.com

  • Facebook Basic Black
  • LinkedIn Basic Black
  • Twitter Basic Black